Should I stay or should I go?
Ένας φίλος, αγαπητός μα κυνικός, πρεσβεύει πως ό,τι χάνει ο Ελληνισμός το κερδίζει η ανθρωπότητα. Είναι εθνικό αμάρτημα επομένως να θέλω να με χάσει;
Μου λένε να το σκεφτώ καλά πριν αφήσω την πατρίδα μου. Αν εκείνη όμως με έχει αφήσει ήδη;
Λένε πως όλα ξεκινάνε από τα παιδικά μας χρόνια, άρα μάλλον και τα... ταξιδιάρικα τραύματά μου από εκεί ξεκινάνε:
Οι γονείς μας μάς πήγαιναν συχνά ταξίδια στο εξωτερικό.
Οι γονείς μας μάς έβαλαν σε ξενόγλωσσο σχολείο «ώστε να μάθουν καλού-κακού τα παιδιά καλά μια ξένη γλώσσα!».
Οι γονείς μας πλήρωσαν, για να κάνουμε σπουδές και στο εξωτερικό, γιατί ένα πτυχίο της ημεδαπής πλέον αρκεί;
Άραγε να είχαν το προαίσθημα ότι η Ψωροκώσταινα έχει βραχεία ημερομηνία λήξης; Ή μήπως είχαν και οι ίδιοι ήδη μπουχτίσει, αλλά δίσταζαν να το παραδεχτούν και προς τους ίδιους τους εαυτούς τους και προς εμάς;
Το θέμα είναι ότι την επιλογή την έκαναν και τώρα «το πληρώνουμε!», όπως κλαίνε και οδύρονται, καθότι και τα δυο τους παιδιά αντί να νοικοκυρευτούν και να κάτσουν να τους γεροκομήσουν, αλωνίζουν τα εξωτερικά με τάσεις αποσχιστικές από τη θαλπωρή της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. Διαχρονικά βαρύ το τρίπτυχο...
Καταραμένη η γενιά των 30 και κάτι, όχι μόνο για τα 700, άντε 800, άντε και χίλια κάτι ευρώ που ούτως ή άλλως δεν φτουράνε για τίποτα. Καταραμένη, γιατί έχει μέτρο σύγκρισης. Βγήκε έξω, είδε, έζησε και γυρνώντας ηττήθηκε...
Γνώσεις ανεφάρμοστες, κλίκες ακλόνητες, εμπειρίες και όνειρα τόσο μεγάλα για μια κουκκίδα τόση δα στο χάρτη και ακόμα πιο τόση δα στην πραγματικότητα. Αναγκαστικά τα κλειδώνεις στο συρτάρι τα όνειρά σου, λέγοντας στον εαυτό σου με σιγανή, καθησυχαστική φωνή ότι κάπου, κάπως, κάποτε θα δικαιωθούν... και η ελπίδα πεθαίνει όντως τελευταία και ζωή σε λόγου μας.
Άραγε πρόκειται για πικρία και θυμό ή νηφάλια συνειδητοποίηση;
Αν ξαπλώσω και κουκουλωθώ, μαμά πατρίδα, θα μου περάσει σαν τη γρίπη; Ή όταν σηκωθώ η πορεία θα είναι μη αντιστρέψιμη; Ο φόβος φυλάει τα έρμα... άρα κι εμένα μαζί.
Home is where the heart is?
«Ξέρεις δυο ξένες γλώσσες και κάθεσαι ακόμα εδώ; Φύγε κορίτσι μου τώρα που μπορείς και ρίξε μαύρη πέτρα!» Πάλι ακούω φωνές, διαφορετικές, ατόμων λιγότερο οικείων, άρα και πιο αντικειμενικών;
Δεν έχω πια τις απαντήσεις. Τα ερωτήματα όμως ολοένα και πληθαίνουν και σφυροκοπούν τόσο το μυαλό μου που νομίζω ότι ο σκληρός θα crashάρει και θα πάρει φωτιά. Κι αν καεί ο σκληρός, μπορείς να ξαναγράψεις πάνω του; Ή έχει χαθεί για πάντα μαζί με όσα χρόνια τακτικά συσσώρευες;
Ποιες σειρήνες με καλούν στην «ξενιτιά» κάθομαι και γράφω, για να το δω νηφάλια: το να χρησιμοποιείς όντως τις γνώσεις και τις ικανότητες σου, να αμείβεσαι ηθικά και οικονομικά, να έχεις εργασιακά δικαιώματα και αυτοσεβασμό, να νιώθεις ότι στην ασθένεια δεν είναι τελείως μόνος και μπορεί και να την γλιτώσεις, να έχεις συγκοινωνίες, να βλέπεις πράσινο, να έχεις και το ζην και το ευ ζην... και η λίστα θα μπορούσε να συνεχιστεί εσαεί.
Σε τι δεν μου δίνουν βολικές απαντήσεις οι σειρήνες; Στην ανάγκη για το αίσθημα του οικείου, της σιγουριάς που δίνουν η κοινή γλώσσα και τα βιώματα, τα δικά σου πρόσωπα, η άνεση ότι μπορείς πλέον να χειριστείς ακόμα και όσα παλαιότερα σε ξένιζαν και ακόμα σε ξενίζουν.
Άρα τι (ανα)ζητώ η αχάριστη κόρη και προδότρα του ελληνικού έθνους;
Τις απαντήσεις! Αυτές ψάχνω κι εγώ όπως πολλοί άλλοι. Ελπίζω να με ψάχνουν κι εκείνες. Και κάπου, κάπως, κάποτε να συναντηθούμε...






